Τον πήρα τηλέφωνο νωρίς το απόγευμα για να του ευχηθώ τα καθιερωμένα "χρόνια πολλά" για την ονομαστική του εορτή. Το σήκωσε στο τρίτο κουδούνισμα. Ακουγόταν μπουκωμένος. Δεν έπεσα έξω στη μαντεψιά: η αλλεργία τον είχε καταβάλλει. Μιλούσε και άσθμαινε σαν ραγισμένη τσαγιέρα έτοιμη ν΄ανατιναχτεί σε χίλια μικρά κομματάκια. Δεν ήξερα αν έπρεπε να το κλείσω και να ξαναπάρω αργότερα όταν θα ήταν ίσως σε μια καλύτερη σωματική κατάσταση αλλά την απάντηση στο δίλλημά μου, μου την έδωσε ο ίδιος μετά από μια σειρά απανωτών φτερνισμάτων. "Πόσος είναι ο μισθός σου;" με ρώτησε λαχανιασμένα(δεν ξέρω αν ήταν από την αλλεργία ή από την αγωνία της απάντησης). Η αλήθεια ήταν ότι περίμενα μια τέτοια συζήτηση αλλά προς το τέλος της συνομιλίας. Μάλλον η μισθολογική του επιδείνωση είχε μετατοπίσει χαλαρές ερωτήσεις τύπου "τι κάνεις;", "πως είναι η οικογένειά σου;" όπως συνηθίζεται να σε ρωτούν άνθρωποι που τους βλέπεις μια στη χάση και μια στη φέξη. "Είχα αρκετές κρατήσεις. Όπως όλοι." Η απάντηση φάνηκε να τον ανακουφίζει και μετά από ένα πεντάλεπτο μονόλογο μέσα στον οποίο άκουσα μια πολιτική σύνοψη των τελευταίων δύο χρόνων μαζί με τέσσερις προσβολές στα θεία και τρεις εκφράσεις της γενετήσιας ορμής αποδέχτηκα την πρόσκληση του για φαγητό. Ήξερα ότι έπαιται και συνέχεια.
Όταν έφτασα σπίτι του είχα πάρει μέσα μου κάποιες αποφάσεις:
πρώτον όταν έχεις να κάνεις με μια απελπισία που ξεχειλίζει μην κάνεις το λάθος να χτίσεις ένα προστατευτικό φράγμα γύρω της. Άνοιξέ της το δρόμο και παραμέρισε μέχρι να στραγγίξει και η τελευταία σταγόνα και να μείνει το έδαφος μεταξύ εσένα και του άλλου στεγνό. Αυτό το ξέρω γιατί τον τελευταίο καιρό συναναστρέφομαι με ανθρώπους που δυνητικά θα μπορούσαν εκεί που σου μιλάνε φυσιολογικά να σηκωθούν και να εκσφενδονίσουν κάποιο αντικείμενο στον τοίχο ή να αρχίσουν να καταριούνται επειδή ο μπροστινός σε κάποια ουρά τους πάτησε κατά λάθος. Με αυτή τη λογική θα προσπαθούσα να μην προκαλέσω συζητήσεις πολιτικο-οικονομικού ενδιαφέροντος αλλά αν προέκυπταν δεν θα έκανα κάτι για να τις εμποδίσω.
Όταν μπήκα μέσα ένιωσα ότι βρισκόμουν σε ένα στρατόπεδο χωρισμένο σε δύο ψυχολογικές ζώνες που η μία προσπαθούσε να επιβληθεί στην άλλη: από τη μία η ζεστασιά των φαγητών που άχνιζαν στις πιατέλες, το κρασί που πηγαινοερχόταν γεμίζοντας τα ποτήρια των λιγοστών καλεσμένων, το τηλέφωνο που χτυπούσε ακατάπαυστα θυμίζοντας σε όλους ότι κάποιος γιορτάζει. Χαρά. Από την άλλη ο εορτάζων που περιφερόταν ανάμεσα σε σερβίτσια, λιγδιασμένα μαχαιροπίρουνα, τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες μεταφέροντας ένα μοτίβο συμπεριφοράς παράταιρο:νευρικές κινήσεις, πιάσιμο του κεφαλιού κάθε φορά που κουδούνιζε το κινητό του-ώσπου στο τέλος το απενεργοποίησε-φωνές στα παιδιά που ανεβοκατέβαιναν στις σκάλες και μια γενικότερη γκρίνια για το παραπάνω αλάτι που έπεσε στο ένα φαγητό, το ταξίδι που δεν θα πάει το Πάσχα, το χαμηλό επίπεδο των μαθητών του-είναι καθηγητής στο επάγγελμα. Και εγώ στριμωγμένη σε μια ουδέτερη ζώνη προσπαθώντας να ανατποκρίνομαι ταυτόχρονα σε αυτές τις δύο αντικρουόμενες συνθήκες.
Κάποια στιγμή ήρθε και έκατσε δίπλα μου στον καναπέ. Έκανα ότι παρατηρούσα κάποιο από τα βιβλία του. Ξέρω ότι τους έχει αδυναμία και με αυτό τον τρόπο θα οδηγούσα μια πιθανή συζήτηση σε ένα έδαφος ασφαλές και πιο ευχάριστο. "Δεν αντέχω πια" μου είπε. Τα νεύρα μου έχουν σπάσει.." Και τότε-σαν να τράβηξε κάποιος μπροστά από τα μάτια μου μια αόρατη κουρτίνα-είδα για πρώτη φορά. Καθαρά.
Η γιορτή δεν ήταν παρά ένα ευφυές τέχνασμα, μια αφορμή για να μαζευτούν άνθρωποι που χρησίμευαν ως κυματοθραύστες σε μια καταιγίδα που ονομαζόταν "μείωση μισθού". Απλά κανένας δε γνώριζε ότι έχει εκ των προτέρων επιλεγεί για αυτό το ρόλο. Δεν ήταν τυχαίο ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν άτομα με χαμηλό εισόδημα οπότε ο οικοδεσπότης είχε εξασφαλίσει το δράμα που του χρειαζόταν για τη δική του κάθαρση. Ίσως-και στιγμιαία ντράπηκα για τη σκέψη μου-αν του απαντούσα ότι είχα αύξηση ή ότι δεν είχα καμία μείωση να του ήμουν άχρηστη. Ο καθένας λοιπόν εκπλήρωνε πειθήνια και άβουλα το χρέος του: να εκτονώσει την κακή ψυχολογία του εορτάζοντα. Το σκηνικό ήταν αριστοτεχνικά στημένο: μυρωδιές φαγητού, γκλιν-γκλιν τα ποτήρια, τηγάνια που βάραγαν υπερωρίες σε όλα τα μάτια της κουζίνας, φίλοι που ταϊζονταν και ποτίζονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και αφού όλοι χορτασμένοι και γλαρωμένοι από τον οίνο κατέληγαν να αδειάζονται σε καναπέδες και πολυθρόνες ερχόταν ο μέχρι τώρα αθέατος πρωταγωνιστής και εκμεταλλευόμενος τις αδύναμες αντιστάσεις τους άναβε τσιγάρο και ξεκινούσε τη συνεδρία του άτυπου group-therapy.
"Η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο. Έχω πάθει ήδη δύο κρίσεις πανικού στον ύπνο μου. Με το δάνειο μπαίνει ουσιαστικά στο σπίτι ένας μισθός και αυτός τσεκουρωμένος." Οι υπόλοιποι γνέφουν συγκαταβατικά το κεφάλι και ο καθένας με τη σειρά του αφηγείται τη δική του προσωπική εμπειρία η οποία συνήθως είναι πολλαπλασιαστική σε συναίσθημα: παιδιά που φοράνε δανεικά ρούχα, τα πεθερικά που στείλανε τρόφιμα από το χωριό, λογαριασμοί μετέωροι , υποχρεώσεις που καλύπτονται τσίμα-τσίμα.
Κλείνω τα μάτια κάποια στιγμή και νομίζω ότι από κάπου μακρυά φτάνει στα αυτιά μου ένα τραγούδι με ρεφραίν το τσίμα-τσίμα. Φαγητό έξω; Αραιά και που αφού τα φέρνουμε βόλτα τσίμα-τσίμα. Κρέας; Μια φορά την εβδομάδα. Τσίμα-τσίμα. Βενζίνη για να πηγαινοερχόμαστε στο πατρικό; Πάμε μια φορά το μήνα. Τσίμα-τσίμα. Υποθέτω πως αν καθόταν κάποιος ξένος ανάμεσά μας θα νόμιζε ότι πρόκειται για κάποια συνθηματική φράση ενός παιχνιδιού μεταξύ της παρέας.
Όταν αργότερα η παρέα διαλύθηκε- ο καθένας πήρε τη τσάντα με τις έγνοιες του και τις ξαναφόρτωσε στην πλάτη του-έμεινα μόνη με τον εορτάζοντα.
-Θα με πας σπίτι; Δεν έφερα αμάξι.
-Ναι. Πάω να βάλω το μπουφάν και κατεβαίνουμε.
Στο δρόμο-ήταν μια γλυκειά νύχτα του Μάρτη περπατούσαμε αμίλητοι και εξαντλημένοι από τα λόγια. Οι ελάχιστες κουβέντες που βρήκαμε το κουράγιο να ανταλλάξουμε είχαν σχέση με τον καιρό και την απότομη αύξηση της θερμοκρασίας-το μόνο καλό που βγήκε από εκείνη τη βραδυά που αφήναμε πίσω μας. Λίγο πριν φτάσουμε στο στενό που ήταν το σπίτι μου, με τα χέρια στις τσέπες και κοιτώντας κάπου στο κενό μου είπε: "Χρειάζομαι αέρα. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Η ζωή μου έχει γίνει..."
Έσκυψα και τον φίλησα βιαστικά αφήνοντας τον με μια φράση μισοτελειωμένη και σκαλωμένη στο στόμα. Σαν να κατάλαβε μειδίασε και με ευχαρίστησε που τον επισκέφτηκα. Και έφυγε.
Όταν ανέβαινα τα σκαλιά σιγοτραγουδούσα από μέσα μου: "Η ζωή μου τσίμα-τσίμα. Η ζωή μου τσίμα-τσίμα.."
Όταν έφτασα σπίτι του είχα πάρει μέσα μου κάποιες αποφάσεις:
πρώτον όταν έχεις να κάνεις με μια απελπισία που ξεχειλίζει μην κάνεις το λάθος να χτίσεις ένα προστατευτικό φράγμα γύρω της. Άνοιξέ της το δρόμο και παραμέρισε μέχρι να στραγγίξει και η τελευταία σταγόνα και να μείνει το έδαφος μεταξύ εσένα και του άλλου στεγνό. Αυτό το ξέρω γιατί τον τελευταίο καιρό συναναστρέφομαι με ανθρώπους που δυνητικά θα μπορούσαν εκεί που σου μιλάνε φυσιολογικά να σηκωθούν και να εκσφενδονίσουν κάποιο αντικείμενο στον τοίχο ή να αρχίσουν να καταριούνται επειδή ο μπροστινός σε κάποια ουρά τους πάτησε κατά λάθος. Με αυτή τη λογική θα προσπαθούσα να μην προκαλέσω συζητήσεις πολιτικο-οικονομικού ενδιαφέροντος αλλά αν προέκυπταν δεν θα έκανα κάτι για να τις εμποδίσω.
Όταν μπήκα μέσα ένιωσα ότι βρισκόμουν σε ένα στρατόπεδο χωρισμένο σε δύο ψυχολογικές ζώνες που η μία προσπαθούσε να επιβληθεί στην άλλη: από τη μία η ζεστασιά των φαγητών που άχνιζαν στις πιατέλες, το κρασί που πηγαινοερχόταν γεμίζοντας τα ποτήρια των λιγοστών καλεσμένων, το τηλέφωνο που χτυπούσε ακατάπαυστα θυμίζοντας σε όλους ότι κάποιος γιορτάζει. Χαρά. Από την άλλη ο εορτάζων που περιφερόταν ανάμεσα σε σερβίτσια, λιγδιασμένα μαχαιροπίρουνα, τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες μεταφέροντας ένα μοτίβο συμπεριφοράς παράταιρο:νευρικές κινήσεις, πιάσιμο του κεφαλιού κάθε φορά που κουδούνιζε το κινητό του-ώσπου στο τέλος το απενεργοποίησε-φωνές στα παιδιά που ανεβοκατέβαιναν στις σκάλες και μια γενικότερη γκρίνια για το παραπάνω αλάτι που έπεσε στο ένα φαγητό, το ταξίδι που δεν θα πάει το Πάσχα, το χαμηλό επίπεδο των μαθητών του-είναι καθηγητής στο επάγγελμα. Και εγώ στριμωγμένη σε μια ουδέτερη ζώνη προσπαθώντας να ανατποκρίνομαι ταυτόχρονα σε αυτές τις δύο αντικρουόμενες συνθήκες.
Κάποια στιγμή ήρθε και έκατσε δίπλα μου στον καναπέ. Έκανα ότι παρατηρούσα κάποιο από τα βιβλία του. Ξέρω ότι τους έχει αδυναμία και με αυτό τον τρόπο θα οδηγούσα μια πιθανή συζήτηση σε ένα έδαφος ασφαλές και πιο ευχάριστο. "Δεν αντέχω πια" μου είπε. Τα νεύρα μου έχουν σπάσει.." Και τότε-σαν να τράβηξε κάποιος μπροστά από τα μάτια μου μια αόρατη κουρτίνα-είδα για πρώτη φορά. Καθαρά.
Η γιορτή δεν ήταν παρά ένα ευφυές τέχνασμα, μια αφορμή για να μαζευτούν άνθρωποι που χρησίμευαν ως κυματοθραύστες σε μια καταιγίδα που ονομαζόταν "μείωση μισθού". Απλά κανένας δε γνώριζε ότι έχει εκ των προτέρων επιλεγεί για αυτό το ρόλο. Δεν ήταν τυχαίο ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν άτομα με χαμηλό εισόδημα οπότε ο οικοδεσπότης είχε εξασφαλίσει το δράμα που του χρειαζόταν για τη δική του κάθαρση. Ίσως-και στιγμιαία ντράπηκα για τη σκέψη μου-αν του απαντούσα ότι είχα αύξηση ή ότι δεν είχα καμία μείωση να του ήμουν άχρηστη. Ο καθένας λοιπόν εκπλήρωνε πειθήνια και άβουλα το χρέος του: να εκτονώσει την κακή ψυχολογία του εορτάζοντα. Το σκηνικό ήταν αριστοτεχνικά στημένο: μυρωδιές φαγητού, γκλιν-γκλιν τα ποτήρια, τηγάνια που βάραγαν υπερωρίες σε όλα τα μάτια της κουζίνας, φίλοι που ταϊζονταν και ποτίζονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και αφού όλοι χορτασμένοι και γλαρωμένοι από τον οίνο κατέληγαν να αδειάζονται σε καναπέδες και πολυθρόνες ερχόταν ο μέχρι τώρα αθέατος πρωταγωνιστής και εκμεταλλευόμενος τις αδύναμες αντιστάσεις τους άναβε τσιγάρο και ξεκινούσε τη συνεδρία του άτυπου group-therapy.
"Η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο. Έχω πάθει ήδη δύο κρίσεις πανικού στον ύπνο μου. Με το δάνειο μπαίνει ουσιαστικά στο σπίτι ένας μισθός και αυτός τσεκουρωμένος." Οι υπόλοιποι γνέφουν συγκαταβατικά το κεφάλι και ο καθένας με τη σειρά του αφηγείται τη δική του προσωπική εμπειρία η οποία συνήθως είναι πολλαπλασιαστική σε συναίσθημα: παιδιά που φοράνε δανεικά ρούχα, τα πεθερικά που στείλανε τρόφιμα από το χωριό, λογαριασμοί μετέωροι , υποχρεώσεις που καλύπτονται τσίμα-τσίμα.
Κλείνω τα μάτια κάποια στιγμή και νομίζω ότι από κάπου μακρυά φτάνει στα αυτιά μου ένα τραγούδι με ρεφραίν το τσίμα-τσίμα. Φαγητό έξω; Αραιά και που αφού τα φέρνουμε βόλτα τσίμα-τσίμα. Κρέας; Μια φορά την εβδομάδα. Τσίμα-τσίμα. Βενζίνη για να πηγαινοερχόμαστε στο πατρικό; Πάμε μια φορά το μήνα. Τσίμα-τσίμα. Υποθέτω πως αν καθόταν κάποιος ξένος ανάμεσά μας θα νόμιζε ότι πρόκειται για κάποια συνθηματική φράση ενός παιχνιδιού μεταξύ της παρέας.
Όταν αργότερα η παρέα διαλύθηκε- ο καθένας πήρε τη τσάντα με τις έγνοιες του και τις ξαναφόρτωσε στην πλάτη του-έμεινα μόνη με τον εορτάζοντα.
-Θα με πας σπίτι; Δεν έφερα αμάξι.
-Ναι. Πάω να βάλω το μπουφάν και κατεβαίνουμε.
Στο δρόμο-ήταν μια γλυκειά νύχτα του Μάρτη περπατούσαμε αμίλητοι και εξαντλημένοι από τα λόγια. Οι ελάχιστες κουβέντες που βρήκαμε το κουράγιο να ανταλλάξουμε είχαν σχέση με τον καιρό και την απότομη αύξηση της θερμοκρασίας-το μόνο καλό που βγήκε από εκείνη τη βραδυά που αφήναμε πίσω μας. Λίγο πριν φτάσουμε στο στενό που ήταν το σπίτι μου, με τα χέρια στις τσέπες και κοιτώντας κάπου στο κενό μου είπε: "Χρειάζομαι αέρα. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Η ζωή μου έχει γίνει..."
Έσκυψα και τον φίλησα βιαστικά αφήνοντας τον με μια φράση μισοτελειωμένη και σκαλωμένη στο στόμα. Σαν να κατάλαβε μειδίασε και με ευχαρίστησε που τον επισκέφτηκα. Και έφυγε.
Όταν ανέβαινα τα σκαλιά σιγοτραγουδούσα από μέσα μου: "Η ζωή μου τσίμα-τσίμα. Η ζωή μου τσίμα-τσίμα.."
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου