Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ΚΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΜΟ,ΚΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

Πάλι θα αργούσα...Δεν ξέρω αν συμβαίνει μόνο σε εμένα λόγω κακής οργάνωσης του χρόνου μου, αλλά πάντα ο κακός θεός της καθημερινότητάς μου βρήκε ακόμα μια φορά την πιο ακατάλληλη στιγμή για να μου βγάλει περιπαικτικά τη γλώσσα του και να μου ψιθυρίσει στο αυτί: "Την πάτησες μικρή..Απλά παραδέξου το. Σε νίκησα. Ήταν τόσο απλό. Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να διαβάσω τη σκέψη σου και να κρύψω αυτό που ψάχνεις να φορέσεις. Βιάσου! Ο χρόνος κυλάει.." 
Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι συμβαίνει όταν μια σειρά από αμελητέα-τουλάχιστον στην αρχή-περιστατικά με αναγκάζουν να καθυστερήσω τη στιγμή που βιάζομαι σαν τρελή. Ο ένοχος αυτή τη φορά ήταν ένα παλιό, μαύρο δερμάτινο ρολόι της γιαγιάς μου.
Με απλά λόγια:έχω ραντεβού, είμαι σχεδόν έτοιμη και το μόνο που μου λείπει για να αναδυθεί ο γυναικείος εαυτός μου από το σαρκίο μου είναι αυτό το ρολόι, αυτή η τελευταία πινελιά στον καμβά της ματαιοδοξίας μου το οποίο ξέρω ότι βρίσκεται θαμμένο σε κάποιο συρτάρι,κάτω από αχρησιμοποίητες κυλότες και μεταξωτά γάντια που αναπαύονται ειρηνικά, ακολουθώντας τη διαδρομή της κατόχου τους. "Παράξενες και επικίνδυνες σκέψεις κάνω" σκέφτηκα. Ας τις χώσω τώρα λίγο κάτω από το χαλί που έχω μέσα στο κεφάλι μου γιατί η γκόμενα-εαυτός μου με κοίταζε εδώ και ώρα ηδυπαθής και ανυπόμονη με το ύφος όλων των γυναικών που το ραντεβού για αυτές ισοδυναμεί με κάλεσμα σε μάχη και δεν συγχωρούν στον εαυτό τους καμιά μορφή ήττας.
Δυστυχώς για τη γκόμενα εκεί έξω,η κοπέλα που συγκατοικούσε μαζί της στο σώμα μου είχε διάφορες εμμονές και μια από αυτές ήταν η πεποίθηση-ψευδεπίγραφη ενίοτε αλλά όχι πάντα-πώς ό,τι χαμένο μπορεί να βρεθεί. Αρκεί να ψάξεις.
Άρχισα λοιπόν να συγκεντρώνομαι και να ψάχνω-τώρα με πιο μεθοδικό τρόπο-τα συρτάρια της ντουλάπας ένα προς ένα. Το πρώτο είχε φανέλες, κομπινεζόν, δυο σαπούνια αρωματικά, καλτσάκια νάυλον και κάλτσες μάλλινες. Τζίφος. Το δεύτερο το άνοιξα λιγότερο αναθαρρημένη:νυχτικιές και μάλλινες μπλούζες. Στάθηκα για λίγο και τις μύρισα. Κανένα προμήνυμα για το μετά. Ρούφηξα σαν πρεζάκι μια ανάμνηση ασφάλειας φοβούμενη ότι θα αργήσω στην ανασφάλεια που με περίμενε: τον άντρα.
Τρίτο και τελευταίο συρτάρι και ο Θεός βοηθός:έκανα ένα νοητό σταυρό(νεοαποκτηθείσα και άγνωστο από που συνήθεια) και άνοιξα. Μόνο μαύροι δερματόδετοι φάκελοι με παλιές εξετάσεις γιατρών και τα ένσημα του ΙΚΑ. Αλλά και κάτι άλλο:απροσδιόριστο στην αρχή και εντελώς παράταιρο μετά. Στη δεξιά κόχη του συρταριού είχε σφηνώσει μια καραμέλα από αυτές για το λαιμό. Συνήθιζε να τις πιπιλάει η γιαγιά μου όταν επρόκειτο να πάει σε κάποια επίσκεψη.
Πάντα θα έβρισκες στη τσάντα της αρκετές από δαύτες,συνήθως σκόρπιες. Μερικές φορές τις έβαζε και σε ένα πορτοφολάκι που είχε για τα ψιλά:ήταν λες και αυτά τα διάφανα κουφέτα να αποτελούσαν το εισιτήριο για την κοινωνική αποδοχή των συγγενών που την υποδέχονταν στο σπίτι τους; "Μυρίζει όμορφα η ανάσα;Πέρασε!". "Ξέχασες την καραμέλα σου;Έξω!".
Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού με αυτό το πραγματάκι μέσα στα χέρια μου. Ξαφνικά ένιωσα ότι ο άντρας παραμέρισε, η γκόμενα στο βάθος σουλουπώθηκε και μαζεύτηκε σοβαρή και έκαναν χώρο στο τρίτο και τελευταίο επισκέπτη της βραδιάς. Ήρθε χωρίς να βιάζεται,με πλησίασε, ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι μου και με κοίταξε σαν να μου έλεγε:"Ξέρεις τι θα συμβεί τώρα, έτσι; Άστο και μη φοβάσαι. Θα κάνεις μια βαθειά βουτιά. Είμαι εδώ και σου κρατάω το χέρι. Θα φύγω όταν ξανανέβεις στην επιφάνεια. Θα το καταλάβω..Ήταν το πένθος.
Μετά από λίγη ώρα η καραμέλα είχε λιώσει στο χέρι μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Η γκόμενα πασαλειμμένη από τα δάκρυα έβαλε τις πιτζάμες της και απογοητευμένη με την έκβαση της βραδυάς είπε ένα ξερό "καληνύχτα" και χάθηκε. Όσο για τον άντρα; Δεν έμαθε ποτέ τι έγινε. Η κοπέλα-γκόμενα-οικοδέσποινα του πένθους αποφάσισε ότι ο τέταρτος επισκέπτης δεν έχει έρθει ακόμα....

Στη Μαρία
 


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου