Πριν περίπου από τρεις εβδομάδες με προσκάλεσε μια φίλη μου να πιούμε ένα ποτάκι, με αφορμή τα γενέθλιά της. Η μάζωξη θα λάμβανε χώρα σε ένα συνοικιακό μπαράκι των νοτίων προαστίων. Δεν μπορώ να πω ότι πέταξα τη σκούφια μου-δεδομένου ότι όπως ο Αστερίξ έπεσε στο μαγικό χυλό και υπερκάλυψε οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική του ανάγκη για δύναμη-έτσι και εγώ έχοντας διανύσει αρκετά χιλιόμετρα πάνω στα τετράγωνα τακούνια των μπαρέτων μου(ήταν τότε της μόδας) στην πρώιμη φάση της ψευτοενηλικίωσής μου από φοιτητικά μπαρ σε μουσικά καφενεία-απλά σταδιακά ξενέρωσα-άλλοι το λένε ωριμότητα-και απέβαλα αυτό τον τρόπο διασκέδασης από το σύστημά μου.
Όμως για να τιμήσω τη φίλη μου και κυρίως για να τσεκάρω αν αυτές οι μέρες είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί, έβαλα τον εαυτό μου στην ιεροτελεστία της τότε προετοιμασίας:έντονο βάψιμο-να διακρίνεται στα ντουμάνια-φόρεμα να χαροπαλεύει στα όρια του παρεξηγήσιμου και παπούτσια που σε λιγότερο από μισή ώρα θα ζωντάνευαν-δερμάτινα βαμπίρ-απομυζώντας αργά και βασανιστικά όλο το αίμα από τα δάχτυλα και τα πέλματα. Και πήγα. Και επέστρεψα καταθληπτική.
Το μπαρ είχε τα κλασικά στοιχεία κάθε τέτοιου μαγαζιού:Πρώτον, δυο barwomen-η μια μελαχροινή με μια φούστα τύπου:δεν χρειάζομαι γυναικολόγο αφού όλοι μπορούν να δουν τη μήτρα μου-λίγο αφελής, λίγο χαριτωμένη και η άλλη ξανθιά με δικό της μαλλί μέχρι τα αυτιά (το άλλο ντεκαπαρισμένο και ανεπιστρεπτί νεκρό από τις βαφές) , μια δερμάτινη ολόσωμη φόρμα, πιο αρπακτικό και πιο μπασμένη στα κόλπα του να κάνεις έναν άντρα να σε ακούει με τα μάτια. Δεύτερον, έναν dj πιτσιρικά υπερυψωμένο στον άμβωνα μιας μέτριας φιλοδοξίας με ύφος προβληματισμένο τύπου παράγω τέχνη και δίπλα του μια χοντρή Τούλα με ένα ποτήρι στο χέρι να κοιτάει δήθεν αδιάφορα ενώ από μέσα της να σιγοβράζει στο ζουμί της που ο dj αγρόν ηγόραζε.
Σε αυτές τις εικόνες προσθέστε διάσπαρτες παρέες 15χρονων αμούστακων αγοριών στο μεταίχμιο των ονειρώξεών τους με ύφος 35άρηδων, αψηφώντας τις πίστες της ζωής για τις πίστες του PS3 και ξεβγαλμένες 18χρονες που δυστυχώς άνετα θα τις πέρναγες για 35χρονες.
Αρχικά έπαθα γεωγραφικό σοκ γιατί αν εξαιρέσει κανείς τον Κιάμο που στηθοχτυπιόταν για κάποια προδομένη αγάπη από τα ηχεία του μαγαζιού, νόμιζα ότι μπήκα σε σουηδική σάουνα-εκτός από τον καπνό και τη ζέστη με περικύκλωσε ένα λιβάδι από γυναικεία ντεκαπαρισμένα κεφάλια. Μόλις είδα την ενασχόληση με τα κινητά συνειδητοποίησα ότι ήμουν στην Ελλάδα.
Απεναντίας, η πληθώρα των τριχών εξαφανιζόταν μόλις το μάτι έπεφτε στα μπλουζάκια των αντρών. Σε ποιον υπόνομο ταξίδευαν άραγε τα τελευταία απομεινάρια μιας στοιχειώδους αρρενωπότητας; Είχα αρχίσει να θλίβομαι: αφού οι άντρες προτιμούν να πονάνε πιο πολύ στο trimming παρά για δυο μάτια το παιχνίδι είχε χαθεί προτού καν παιχτεί.
Και δεν ήταν μόνο αυτό:υπήρχε μια διάχυτη αμηχανία καλυμμένη πίσω από μια κραυγαλέα ψευτομαγκιά, σαν να είχαν όλοι φέρει το σώμα τους αλλά δεν ήξεραν τι να το κάνουν. Καμία πρωτοτυπία, καμία έκπληξη. Αγοράκια λίκνιζαν τους γοφούς τους κάτω από το τραπέζι, κοριτσάκια λίκνιζαν τους γοφούς τους πάνω στο τραπέζι. Η πρόκληση, η θηλυκότητα στεκόντουσαν κάπου πιο πίσω, μέσα στα σκοτάδια, κάνοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μέχρι κάποιος να τις προσκαλέσει: επί ματαίω. Ο ερωτισμός θα ήταν μάλλον εκείνος ο αμήχανος τύπος που έπαιζε με τον αναπτήρα του.Λογικό που δεν τον πρόσεχε κανείς εφόσον είχε δώσει τη θέση του στην προστυχιά.
Tα σώματα μετατοπίζονταν, δεν προσκαλούσαν. Τα βλέμματα σκάναραν, δεν καθήλωναν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έκανε την είσοδό του μια παρέα παντρεμένων-όχι δεσμευμένων-αντρών που το μάτι τους "έπαιζε" πιο γρήγορα από μετρονόμο στην υψηλότερη κλίμακα-άλλο ένα οχυρό εάλω.
Μέχρι το τέλος της βραδυάς ένιωθα κουρασμένη,όχι από την ορθοστασία αλλά από τη βεβαιότητα ότι εντέλει κάποια πράγματα χάνονται ανεπιστρεπτί. Λίγο πριν φύγω, με πλησίασε η μελαχροινή barwoman-ήμουν στο πόστο της-και με ρώτησε:
-Όλα ΟΚ;Θέλεις κάτι άλλο;
-Ναι, ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου.Ένα ποτήρι ντεκαυλέ με πάγο.
-Τί; Δε σ΄άκουσα..
- Ένα ποτήρι Chardone-έτρεμα μην τυχόν με άκουσε.
Και έτσι δειλή και ηττημένη αποχώρησα.

Όμως για να τιμήσω τη φίλη μου και κυρίως για να τσεκάρω αν αυτές οι μέρες είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί, έβαλα τον εαυτό μου στην ιεροτελεστία της τότε προετοιμασίας:έντονο βάψιμο-να διακρίνεται στα ντουμάνια-φόρεμα να χαροπαλεύει στα όρια του παρεξηγήσιμου και παπούτσια που σε λιγότερο από μισή ώρα θα ζωντάνευαν-δερμάτινα βαμπίρ-απομυζώντας αργά και βασανιστικά όλο το αίμα από τα δάχτυλα και τα πέλματα. Και πήγα. Και επέστρεψα καταθληπτική.
Το μπαρ είχε τα κλασικά στοιχεία κάθε τέτοιου μαγαζιού:Πρώτον, δυο barwomen-η μια μελαχροινή με μια φούστα τύπου:δεν χρειάζομαι γυναικολόγο αφού όλοι μπορούν να δουν τη μήτρα μου-λίγο αφελής, λίγο χαριτωμένη και η άλλη ξανθιά με δικό της μαλλί μέχρι τα αυτιά (το άλλο ντεκαπαρισμένο και ανεπιστρεπτί νεκρό από τις βαφές) , μια δερμάτινη ολόσωμη φόρμα, πιο αρπακτικό και πιο μπασμένη στα κόλπα του να κάνεις έναν άντρα να σε ακούει με τα μάτια. Δεύτερον, έναν dj πιτσιρικά υπερυψωμένο στον άμβωνα μιας μέτριας φιλοδοξίας με ύφος προβληματισμένο τύπου παράγω τέχνη και δίπλα του μια χοντρή Τούλα με ένα ποτήρι στο χέρι να κοιτάει δήθεν αδιάφορα ενώ από μέσα της να σιγοβράζει στο ζουμί της που ο dj αγρόν ηγόραζε.
Σε αυτές τις εικόνες προσθέστε διάσπαρτες παρέες 15χρονων αμούστακων αγοριών στο μεταίχμιο των ονειρώξεών τους με ύφος 35άρηδων, αψηφώντας τις πίστες της ζωής για τις πίστες του PS3 και ξεβγαλμένες 18χρονες που δυστυχώς άνετα θα τις πέρναγες για 35χρονες.
Αρχικά έπαθα γεωγραφικό σοκ γιατί αν εξαιρέσει κανείς τον Κιάμο που στηθοχτυπιόταν για κάποια προδομένη αγάπη από τα ηχεία του μαγαζιού, νόμιζα ότι μπήκα σε σουηδική σάουνα-εκτός από τον καπνό και τη ζέστη με περικύκλωσε ένα λιβάδι από γυναικεία ντεκαπαρισμένα κεφάλια. Μόλις είδα την ενασχόληση με τα κινητά συνειδητοποίησα ότι ήμουν στην Ελλάδα.
Απεναντίας, η πληθώρα των τριχών εξαφανιζόταν μόλις το μάτι έπεφτε στα μπλουζάκια των αντρών. Σε ποιον υπόνομο ταξίδευαν άραγε τα τελευταία απομεινάρια μιας στοιχειώδους αρρενωπότητας; Είχα αρχίσει να θλίβομαι: αφού οι άντρες προτιμούν να πονάνε πιο πολύ στο trimming παρά για δυο μάτια το παιχνίδι είχε χαθεί προτού καν παιχτεί.
Και δεν ήταν μόνο αυτό:υπήρχε μια διάχυτη αμηχανία καλυμμένη πίσω από μια κραυγαλέα ψευτομαγκιά, σαν να είχαν όλοι φέρει το σώμα τους αλλά δεν ήξεραν τι να το κάνουν. Καμία πρωτοτυπία, καμία έκπληξη. Αγοράκια λίκνιζαν τους γοφούς τους κάτω από το τραπέζι, κοριτσάκια λίκνιζαν τους γοφούς τους πάνω στο τραπέζι. Η πρόκληση, η θηλυκότητα στεκόντουσαν κάπου πιο πίσω, μέσα στα σκοτάδια, κάνοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μέχρι κάποιος να τις προσκαλέσει: επί ματαίω. Ο ερωτισμός θα ήταν μάλλον εκείνος ο αμήχανος τύπος που έπαιζε με τον αναπτήρα του.Λογικό που δεν τον πρόσεχε κανείς εφόσον είχε δώσει τη θέση του στην προστυχιά.
Tα σώματα μετατοπίζονταν, δεν προσκαλούσαν. Τα βλέμματα σκάναραν, δεν καθήλωναν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έκανε την είσοδό του μια παρέα παντρεμένων-όχι δεσμευμένων-αντρών που το μάτι τους "έπαιζε" πιο γρήγορα από μετρονόμο στην υψηλότερη κλίμακα-άλλο ένα οχυρό εάλω.
Μέχρι το τέλος της βραδυάς ένιωθα κουρασμένη,όχι από την ορθοστασία αλλά από τη βεβαιότητα ότι εντέλει κάποια πράγματα χάνονται ανεπιστρεπτί. Λίγο πριν φύγω, με πλησίασε η μελαχροινή barwoman-ήμουν στο πόστο της-και με ρώτησε:
-Όλα ΟΚ;Θέλεις κάτι άλλο;
-Ναι, ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου.Ένα ποτήρι ντεκαυλέ με πάγο.
-Τί; Δε σ΄άκουσα..
- Ένα ποτήρι Chardone-έτρεμα μην τυχόν με άκουσε.
Και έτσι δειλή και ηττημένη αποχώρησα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου